Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «λιμάζω»

Αριθμός προβολών 4
Ορισμός του «λιμάζω»
StatValue
Views4
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη περιγράφει την κατάσταση της υπερβολικής πείνας ή της έντονης επιθυμίας για κάτι που λείπει. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ανεπίσημες συζητήσεις μεταξύ φίλων για να τονίσει ότι κάποιος έχει μείνει νηστικός για πολλές ώρες. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά για να δηλώσει τη στέρηση ή την έντονη ανάγκη για οικονομικούς πόρους ή προσοχή.

Παράδειγμα

>Πάμε να φάμε κάτι τώρα γιατί έχω λιμάξει όλη μέρα στη δουλειά και δεν αντέχω άλλο.

>Μην τον βλέπεις έτσι, λιμάζει για λίγη προσοχή από τότε που τον παράτησε η κοπέλα του.


0

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.